
Ξαφνικά, μια χρονομηχανή εμφανίστηκε στο σαλόνι μου. Ήταν καφέ με μαύρες μπρούτζινες λεπτομέρειες, κάνοντάς την να φαίνεται πολύ παλιά. Η περιέργεια με είχε κυριεύσει. Μπήκα μέσα και αντίκρισα εκατομμύρια κουμπιά με μαύρο χρώμα, κάτω από τα οποία αναγράφονταν τα ονόματά τους. Φαινόταν σαν ασανσέρ του ’90, με θολά τζάμια σε όλες τις γωνίες. Πάνω υπήρχε ένας υπολογιστής, γκρι, με μια σκούρα οθόνη που έγραφε πολλούς αριθμούς.
Αποφάσισα, μετά από πολλή ώρα, να πάω στο μέλλον. Έτσι, πάτησα το κουμπί που έγραφε “Μέλλον” με μεγάλα κόκκινα γράμματα. Το πάτησα και όλα άρχισαν να κουνιούνται σαν να γινόταν σεισμός. Μετά από 30 λεπτά ταρακουνήματος, που έκανε το στομάχι μου να μοιάζει με πλυντήριο, έφτασα. Άνοιξα την πόρτα και τι να δω; Ήμουν στο έτος 4899, σύμφωνα με τον τρελαμένο υπολογιστή πάνω από το κεφάλι μου.
Έκανα το πρώτο μου βήμα σε ένα λιβάδι με πολύχρωμα λουλούδια που μοσχομύριζαν. Παραδόξως, υπήρχαν δέντρα, όμως ήταν πελώρια, φτάνοντας τουλάχιστον τα 8 μέτρα. Από τα κλαδιά τους κρέμονταν καταπράσινες κληματσίδες. Οι κορμοί ήταν καφέ, με μια μεγάλη κουφάλα σε κάθε δέντρο. Σε όλο το λιβάδι δεν υπήρχε κανένας—μόνο εγώ, ο τρελός με ένα σκουριασμένο ασανσέρ, κοιτούσα τα πάντα με περιέργεια, λες και ήμουν ζόμπι.
Μπροστά μου απλωνόταν μια μεγαλούπολη, γεμάτη πανύψηλους ουρανοξύστες, περίπου 800 μέτρα ψηλούς. Περπάτησα προς την πόλη και αντίκρισα κάτι απίθανο: ιπτάμενα αμάξια, drones και άλλα πολλά που με άφησαν με το στόμα ανοιχτό.

Τα αμάξια είχαν μαύρα παράθυρα, οπότε δεν έβλεπα τους οδηγούς, αλλά προφανώς αυτοί μπορούσαν να με δουν. Οι ρόδες τους είχαν αντικατασταθεί με έλικες σε οριζόντια διάταξη, σαν μικρά ελικόπτερα. Δεν είχαν εξατμίσεις—έμοιαζαν να λειτουργούν με κάποιο είδος κηροζίνης, όπως τα αεροπλάνα. Όλα τα αυτοκίνητα ήταν γκρι, διασχίζοντας τους ουρανοξύστες και αφήνοντας πίσω τους κάτασπρα σύννεφα, που σχημάτιζαν στον ουρανό φιγούρες σαν σκύλους και λιοντάρια.
Τα κτίρια της πόλης, όπως είπα, έφταναν τα 800 μέτρα και φυλάσσονταν από στρατιωτικά drones, εξοπλισμένα με τα πάντα—από πυροβόλα όπλα μέχρι ρουκέτες τεράστιων διαστάσεων. Τα τζάμια ήταν διάφανα, και μέσα στα mall υπήρχαν όλα τα καταστήματα του κόσμου.

Η καθημερινότητα των κατοίκων ήταν πολύ περίεργη. Τα παιδιά πήγαιναν σχολείο από τα τρία τους χρόνια και δεν περπατούσαν—αντίθετα, ανέβαιναν σε έναν ιπτάμενο δίσκο με μπλε και κόκκινα φωτάκια.
Ελπίζω να πας κι εσύ στο μέλλον κάποια στιγμή.

Φοβερό! Ωραίες ιδέες!
Μπράβο, Φώτη, φανταστικό κείμενο για το ταξίδι στο χρόνο.
Τέλειο!!!
Μπράβο, Φώτη.