Σε μια απρόσμενη συγκυρία, το περιοδικό μας βρέθηκε για λίγο στη Βιέννη του τέλους του 18ου αιώνα. Εκεί συνάντησε τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και του έκανε δέκα ερωτήσεις σε μια σχεδόν συνέντευξη.

Ας ξεκινήσουμε:


Από πού πήρατε το όνομά σας;

Μότσαρτ: «Το όνομά μου είναι πολύ μεγάλο, αλλά δεν το διάλεξα εγώ. Γεννήθηκα στις 27 Ιανουαρίου 1756, στο Σάλτσμπουργκ. Επειδή εκείνη την ημέρα γιόρταζε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μου έδωσαν τα ονόματα Joannes Chrysostomus. Το Βόλφγκανγκ το πήρα από τον παππού μου και σημαίνει “η πορεία του λύκου”. Το Θεόφιλος σημαίνει “αγαπημένος του Θεού” που σε άλλες γλώσσες μεταφράζεται Amadeus ή Amadé. Το Amadé το κράτησα, γιατί ακουγόταν καλύτερα. Το Μότσαρτ είναι το επίθετο της οικογένειάς μου.»


Πώς σας ήρθε όταν ήσασταν παιδί να αυτοσχεδιάζετε στο πιάνο και πώς νιώθατε όταν παίζατε;

Μότσαρτ: «Δεν μου “ήρθε”. Συνέβη. Άκουγα τον πατέρα μου να παίζει και ήθελα να συνεχίζω όσα εκείνος έπαιζε. Έβαζα τα δάχτυλα στα πλήκτρα και άκουγα προσεκτικά. Αν κάτι δεν μου άρεσε, το άλλαζα. Αν μου άρεσε, το κρατούσα.»


Είναι αλήθεια ότι παίζατε πιάνο χωρίς να βλέπετε τα πλήκτρα;

Μότσαρτ: «Ναι. Αν ξέρεις καλά ένα όργανο, δε χρειάζεσαι να βλέπεις όταν παίζεις. Όπως δεν χρειάζεσαι φως για να περπατήσεις στο δωμάτιό σου τη νύχτα. Έπαιζα με κλειστά μάτια, με ύφασμα πάνω στα πλήκτρα, μερικές φορές και με τα χέρια σταυρωμένα. Το κοινό εντυπωσιαζόταν κι εγώ διασκέδαζα.»


Σπουδάσατε; Πήγατε σχολείο;

Μότσαρτ: «Όχι όπως το εννοείτε. Δάσκαλό μου είχα τον πατέρα μου, τον Λεοπόλδο. Ήταν αυστηρός, αλλά ήξερε τι έκανε. Σχολείο μου ήταν τα ταξίδια που έκανα στις μεγάλες πόλεις, Παρίσι, Λονδίνο, Μόναχο, Βιέννη. Έμαθα ακούγοντας, βλέποντας και παίζοντας. Μελετούσα μόνο παρτιτούρες.»


Τι σας έλεγαν οι γονείς σας για τις αποφάσεις σας;

Μότσαρτ: «Ο πατέρας μου ήθελε ασφάλεια ενώ εγώ ήθελα να γράφω μουσική. Η μητέρα μου ήταν πιο ήσυχη δύναμη. Δεν μιλούσε πολύ, αλλά ήταν πάντα δίπλα μου και με στήριζε. Όταν αποφάσισα να ζήσω μόνος μου στη Βιέννη, ο πατέρας μου ανησύχησε. Τώρα τον καταλαβαίνω. Τότε, όμως, έπρεπε να πάρω τις δικές μου δύσκολες αποφάσεις.»


Πώς αποφασίσατε να παντρευτείτε;

Μότσαρτ: «Η Κωνστάντσια Βέμπερ με έκανε να νιώθω απλός. Δεν με έβλεπε ως “θαύμα”. Με έβλεπε ως άνθρωπο. Ο πατέρας μου ανησυχούσε για τα χρήματα, ότι δε θα τα έβγαζα πέρα. Εγώ φοβόμουν να ζήσω μόνος μου και διάλεξα αυτό που μου φαινόταν πιο αληθινό.»


Έχετε παίξει μουσική με ποτηρόφωνο;

Μότσαρτ: «Ναι, και μου άρεσε πολύ. Ο ήχος του είναι καθαρός, σχεδόν διάφανος. Ο φίλος μου Benjamin Franklin είχε φτιάξει ένα τέτοιο όργανο και μου κέντρισε αμέσως την περιέργεια. Αν ένας ήχος αξίζει να ακουστεί, αξίζει και να του γράψεις μουσική.»


Ποιο είναι το πιο πετυχημένο κομμάτι σας;

Μότσαρτ: «Εξαρτάται ποιον ρωτάτε. Ο κόσμος αγαπά τη Μικρή Νυχτερινή Μουσική, τους Γάμους του Φίγκαρο, τον Μαγικό Αυλό. Εγώ αγαπώ το Ρέκβιεμ


Πώς νιώθατε λίγο πριν πεθάνετε και πώς ήταν η αρρώστια σας;

Μότσαρτ: «Ήμουν κουρασμένος. Πονούσα κάποιες φορές, αλλά δεν φοβόμουν. Σκεφτόμουν αν η μουσική μου θα συνεχίσει χωρίς εμένα. Αν συνεχίζει, τότε όλα πήγαν καλά.»


Σας άρεσε το διάβασμα; Είχατε αγαπημένους συγγραφείς;

Μότσαρτ: «Βέβαια. Ο Μεταστάσιος, ο Γκολντόνι, ο Γκέλερτ. Τα καλά κείμενα έχουν ρυθμό. Και ο ρυθμός πάντα γίνεται μουσική.»


Η ερώτηση του Μότσαρτ προς το «σχεδόν 12»

«Έγραφα μουσική για τους ανθρώπους της εποχής μου. Τώρα, όμως, είμαι περίεργος. Με θυμούνται οι άνθρωποι ακόμη; Βρίσκει κανείς λόγο να ακούει τις νότες μου στην εποχή σας;»

Ναυσικά: «Ναι, οι περισσότεροι σας θυμούνται όμως υπάρχουν και πολλά παιδιά που δεν σας ξέρουν. Έχουν ανακαλυφθεί διάφορες συσκευές που αποθηκεύουν τη μουσική και όποτε θέλεις βάζεις μουσική να παίζει, ή από το τηλέφωνό σου ή βάζεις μια κασέτα (που είναι αποθηκευμένη η μουσική μέσα) στο κασετόφωνο και παίζει το άλμπουμ ή το κομμάτι. Επίσης έχουν στείλει τη μουσική σας στο διάστημα. Συγκεκριμένα, ένα από τα έργα σας συμπεριλήφθηκε στον “χρυσό δίσκο”. Το κομμάτι που επιλέχθηκε είναι η όπερα “Ο Μαγικός Αυλός”. Είστε γνωστός σαν “το παιδί θαύμα”. Είστε πρώτυπο και είστε ένας από τους πιο σημαντικούς και γνωστούς συνθέτες. Τώρα πια τα περισσότερα παιδιά ακούνε RAP, ένα είδος μουσικής που τραγουδάνε πολύ γρήγορα, ή POP, ένα είδος μουσικής που είναι χορευτικό. Επίσης πολλά παιδιά που παίζουν πιάνο όπως κι εγώ, μαθαίνουμε κομμάτια σας, σε πιο εύκολη εκδοχή για να τα παίζουμε. Είστε και θα είστε σίγουρα για πάντα ένας πασίγνωστος συνθέτης, γνωστός σε όλους ως “παιδί θαύμα”.»


Μότσαρτ: «Δεν έγραφα μουσική για να με θυμούνται. Έγραφα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μου λέτε ότι κάποιοι άνθρωποι με θυμούνται ακόμη. Αυτό είναι θαυμάσιο. Ξέρω πώς κάθε εποχή έχει τους δικούς της ήχους και μου λέτε πως σήμερα ακούτε πράγματα γρήγορα, χορευτικά, αλλιώτικα. Τίποτε κακό σ’ αυτό. Η μουσική αλλάζει, όπως αλλάζει κι ο κόσμος. Αυτό που με χαροποιεί είναι ότι κάποια παιδιά κάθονται στο πιάνο και παίζουν τις μελωδίες μου. Και το άλλο που λέτε… ότι ένα έργο μου ταξίδεψε μακριά από τη Γη. Δεν το χωράει ο νους μου, είναι απίστευτο και δεν μπορώ να το καταλάβω. Αν οι νότες μου σας κρατούν συντροφιά τότε έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Κι αν ταξιδεύουν πιο μακριά απ’ όσο πήγα εγώ, τότε χαίρομαι που τις άφησα ελεύθερες.»

Συντάκτης