
Μια φορά κοντά στις ράγιες του τρένου ήταν ένα παιδί που το έλεγαν Άλκη Ζέη με μάτια σαν γαλάζια θάλασσα. Μαζί του ήταν και ένα παιδί που το έλεγαν Πέτρο. Εκείνη τη μέρα έκανε τον πιο μεγάλο περίπατό του. Όταν ήταν έτοιμα να επιβιβαστούν πετάχτηκε ένα παιδί από το πουθενά που έτρεχε να προλάβει το τρένο. Ευτυχώς η πόρτα του τρένου του έπιασε το παπούτσι και όχι το πόδι.Τελικά ο Πέτρος έφτασε στον ψεύτη παππού του.
Από τον κήπο ακούστηκαν κάτι γατοκουβέντες. Ήταν τα γατάκια που είχε ο θείος Πλάτων που έμενε από πάνω τους μαζί με την αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα και τον Αχιλλέα τον άλλο παππού του. Το βράδυ ο παππούς τού διάβασε δύο βιβλία την “Αλίκη στη χώρα των μαρμάρων” και το “ένα παραμύθι για την Άλκη“.

Μου άρεσε πολύ το κείμενο σου. Δυστυχώς δεν έχω κάποιο αρνητικό σχόλιο να γράψω.
Ευχαριστώ πολύ.
Μπράβο Δημήτρη, ωραίο κείμενο, δεν μου άρεσε πολύ η εικόνα.
Ευχαριστώ δεν έκανα εγώ την εικόνα
Στο άρθρο δεν υπήρχε η περιγραφή της εικόνας. Η εικόνα δημιουργήθηκε αυτόματα.
Το ξέρω.
Μπράβο , Δημήτρη παράξενη εικόνα.
Πολύ ωραίο, Δημήτρη.
Ευχαριστώ θα ήθελα να δω και το δικό σου άρθρο.
Ωραίο κείμενο είναι.
Πολύ ιδιαίτερο κείμενο.
Ωραίο! Μπράβο, Δημήτρη! 👍
Ωραίο άρθρο Δημήτρη!